Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

We Ain't Got No Money, Honey, But We Got Rain

Μπορεί να μην είχαμε τα φράγκα, μωρό μου, είχαμε όμως τη βροχή

Πες το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή κάτι τέτοιο / αλλά δεν βρέχει πια όπως έβρεχε/ θυμάμαι ιδιαίτερα τις βροχές την εποχή του κραχ/ δεν υπήρχαν λεφτά αλλά έπεφτε άφθονη βροχή/ δεν έβρεχε μόνο για μία νύχτα ή/ μία μέρα/ ΕΒΡΕΧΕ για 7 μέρες και 7/ νύχτες/ και στο Λος Άντζελες οι υπόνομοι/ δεν ήταν κατασκευασμένοι για να χωρούν τόσο/ νερό/ και οι στάλες έπεφταν ΧΟΝΤΡΕΣ και/ ΜΟΧΘΗΡΕΣ και/ ΣΤΑΘΕΡΑ/ και ΑΚΟΥΓΕΣ τη βροχή να χτυπά/ στις στέγες και στο έδαφος/ έπεφτε καταρρακτωδώς/ από τις στέγες/ κι έριχνε ΧΑΛΑΖΙ/ μεγάλα ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΠΑΓΟΥ/ σαν βόμβες/ εκρήγνυνταν, θρυμμάτιζαν πράγματα/ και η βροχή/ απλά δεν ΣΤΑΜΑΤΟΥΣΕ/ και όλες οι στέγες στάζανε/ λεκάνες/ κατσαρόλες/ ήταν τοποθετημένες ολόγυρα/ έσταζαν με θόρυβο/ κι έπρεπε να αδειάζουν τα σκεύη/ ξανά και /ξανά/ η βροχή έπνιγε τα κράσπεδα/ το γρασίδι/ σκαρφάλωνε τα σκαλιά και/ έμπαινε στα σπίτια/ υπήρχαν σφουγγαρίστρες και πετσέτες/ και η βροχή συχνά ανέβαινε απ’ τη λεκάνη της τουαλέτας/ κάνοντας φυσαλίδες, καφετιά, τρελή, στροβιλιζόμενη/ και όλα τα παλιά αυτοκίνητα βρίσκονταν στο δρόμο/ αυτοκίνητα που δεν έπαιρναν εύκολα μπροστά ακόμα και/ μια ηλιόλουστη μέρα/ και οι άνεργοι άντρες στέκονταν πίσω απ’ τα παράθυρα/ κοιτάζοντας τις παλιές μηχανές να πεθαίνουν/ εκεί έξω σαν πλάσματα ζωντανά/ οι άνεργοι άντρες/ αποτυχόντες σε μια αποτυχημένη εποχή/ φυλακίστηκαν μες τα σπίτια τους με τις/ γυναίκες τους και τα παιδιά τους/ και τα/ κατοικίδιά τους/ τα κατοικίδια αρνούνταν να βγουν έξω/ κι άφηναν τα περιττώματά τους/ σε παράξενα σημεία/ οι άνεργοι άντρες τρελάθηκαν/ έτσι περιορισμένοι με τις/ κάποτε όμορφες γυναίκες τους./ Γίνονταν τρομεροί καβγάδες/ καθώς κατέφθαναν στο γραμματοκιβώτιο/ ειδοποιήσεις κατασχέσεων./ Βροχή και χαλάζι, φασόλια κονσέρβα/ ψωμί χωρίς βούτυρο/ τηγανητά αυγά, βραστά αυγά, ποσέ αυγά/ σάντουιτς με φυστικοβούτυρο κι ένα αόρατο/ κοτόπουλο σε κάθε κατσαρόλα./ Ο πατέρας μου, που δεν ήταν ποτέ του καλός άνθρωπος/ χτυπούσε τη μητέρα μου/ όταν έβρεχε/ κι έτσι ριχνόμουν/ ανάμεσά τους/ τα πόδια, τα γόνατα, τα/ ουρλιαχτά/ μέχρι που/ χωρίζονταν./ «Θα σε σκοτώσω» του ούρλιαζα/ «Αν την ξαναβαρέσεις/ θα σε σκοτώσω!»/ «Πάρτε αυτό το μπάσταρδο από δω!»/ «Όχι, Χένρι, μείνε/ με τη μαμά σου!»/ ‘Όλα τα σπιτικά βρίσκονταν/ σε πολιορκία αλλά πιστεύω ότι το δικό μας/ είχε μεγαλύτερο τρόμο από το/ μέσο όρο/ και τη νύχτα/ καθώς προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε/ η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει/ κι όσο βρισκόμουν στο κρεβάτι/ στο σκοτάδι/ να βλέπω το φεγγάρι/ από το στραπατσαρισμένο παράθυρο/ που με τόση γενναιότητα/ κρατούσε έξω/ την περισσότερη βροχή/ τότε ήταν που σκεφτόμουν τον Νώε και την/ Κιβωτό/ και σκεφτόμουν, ήρθε/ πάλι. Όλοι το πιστεύαμε/ αυτό/ και τότε, ξαφνικά/ η βροχή/ σταματούσε/ και πάντα έμοιαζε να/ σταματά/ γύρω στις πέντε- έξι το πρωί/ ήταν γαλήνια τότε/ αλλά δεν είχε απόλυτη ησυχία/ γιατί τα πράγματα εξακολουθούσαν να/ στάζουν/ να στάζουν/ να στάζουν.

Και τότε δεν υπήρχε καυσαέριο/ και μέχρι τις οκτώ/ είχε ένα λαμπρό κίτρινο φως ο ήλιος/ κίτρινο του Βαν Γκογκ/ τρελό, εκτυφλωτικό!/ Και τότε/ οι υδρορροές στις στέγες/ απαλλαγμένες από τη βία της/ βροχής/ άρχιζαν να διαστέλλονται στη θερμότητα/ ΠΑΝΓΚ! ΠΑΝΓΚ! ΠΑΝΓΚ!/ και όλοι ξυπνούσαν και κοίταζαν έξω/ και ήταν το γρασίδι παντού/ ακόμα μουσκεμένο/ πιο πράσινο από ποτέ/ και υπήρχαν πουλιά/ στο γρασίδι/ ΤΙΤΙΒΙΖΑΝ σαν τρελά/ είχαν να φάνε αξιοπρεπώς για 7 μέρες κι 7 νύχτες/ κι είχανε αποκάμει από τους μικρούς καρπούς/ και/ περίμεναν καθώς τα σκουλήκια/ έβγαιναν στην επιφάνεια/ μισοπνιγμένα σκουλήκια./ Τα πουλιά τα άρπαζαν/ και τα καταβρόχθιζαν/ υπήρχαν κοτσύφια και σπουργίτια/ τα κοτσύφια προσπαθούσαν/ να διώξουν τα σπουργίτια/ αλλά τα σπουργίτια/ τρελαμένα από την πείνα/ μικρότερα και γρηγορότερα/ έπαιρναν το μερίδιό τους./ Οι άντρες στέκονταν στην είσοδο του σπιτιού τους/ καπνίζοντας τσιγάρο/ ξέροντας τώρα/ ότι θα έπρεπε να βγουν εκεί/ έξω/ να ψάξουν γι αυτή τη δουλειά/ που μάλλον δεν θα έβρισκαν/ να βάλουν μπροστά το αυτοκίνητο/ που μάλλον δεν θα έπαιρνε/ μπροστά/ και οι κάποτε όμορφες/ γυναίκες τους/ στέκονταν στο λουτρό τους/ χτενίζοντας τα μαλλιά τους/ απλώνοντας μέικ απ/ προσπαθώντας να συναρμολογήσουν ξανά/ τον κόσμο τους/ προσπαθώντας να ξεχάσουν/ αυτήν την απαίσια θλίψη που/ τις κυρίευε/ αναρωτούμενες τι μπορούσαν/ να ετοιμάσουν για/ πρωινό/ και στο ραδιόφωνο/ είπαν ότι/ τα σχολεία/ είχαν ανοίξει./ Και σύντομα/ βρέθηκα στο δρόμο/ για το σχολείο/ μεγάλες λιμνούλες βροχής στο/ δρόμο/ ο ήλιος έμοιαζε μ’ έναν καινούριο/ κόσμο/ οι γονείς μου πίσω σ’ εκείνο το/ σπίτι/ έφτασα στην ώρα μου/ για το μάθημα./ Η κυρία Σόρενσον μας χαιρέτισε/ λέγοντας «δεν θα κάνουμε το/ συνηθισμένο μας διάλλειμα, η αυλή/ είναι ακόμα μούσκεμα»/ «ΩΩΩ» είπαν τα περισσότερα/ αγόρια./ «Όμως θα κάνουμε/ κάτι ιδιαίτερο στο/ διάλλειμα» συνέχισε/ «και θα είναι διασκεδαστικό!»/ Το λοιπόν, όλοι αναρωτιόμασταν/ τι θα ήταν/ αυτό/ και η δίωρη αναμονή/ έμοιαζε πολύς χρόνος/ καθώς η κυρία Σόρενσον/ συνέχιζε να διδάσκει./ Κοιτούσα τα/ κοριτσάκια/ έδειχναν τόσο όμορφα και καθαρά και/ σε εγρήγορση/ κάθονταν όλα τους ακίνητα και/ ίσια/ και τα μαλλιά τους ήταν/ πανέμορφα/ κάτω απ’ τη λιακάδα της/ Καλιφόρνια./ Και χτύπησε το κουδούνι του διαλλείματος/ και όλοι περιμέναμε να/ διασκεδάσουμε/ τότε η κυρία Σόρενσον μας είπε/ «Αυτό που θα κάνουμε τώρα/ είναι να διηγηθούμε/ ο ένας στον άλλο τι κάναμε/ κατά τη διάρκεια της καταιγίδας!/ Θα ξεκινήσουμε από μπροστά/ και θα πάμε με τη σειρά!/ Λοιπόν, Μάικλ, ξεκίνα!...»/ Το λοιπόν, αρχίσαμε όλοι να λέμε/ την ιστορία μας, άρχισε ο Μάικλ και/ συνεχίστηκε για ώρα/ και σύντομα καταλάβαμε ότι/ λέγαμε όλοι ψέματα/ όχι ακριβώς ψέματα αλλά κυρίως/ ψέματα και μερικά αγόρια/ άρχισαν να κρυφογελάνε και μερικά/ κορίτσια άρχισαν να/ τα αγριοκοιτάνε και/ η κυρία Σόρενσον είπε/ «Φτάνει! Απαιτώ/ λίγη ησυχία!/ Ενδιαφέρομαι να μάθω/ τι κάνατε/ όσο κράτησε η καταιγίδα/ ακόμα κι αν δεν/ ενδιαφέρεστε εσείς!»/ οπότε είπαμε αναγκαστικά/ την ιστορία μας/ και ιστορίες υπήρχαν πολλές./ Ένα κορίτσι είπε ότι/ όταν πρωτοβγήκε το ουράνιο τόξο/ είδε το πρόσωπο του Θεού/ στην άκρη του/ μόνο που δεν είπε σε ποια άκρη απ’ τις δύο./ Ένα αγόρι είπε ότι έβγαλε/ το καλάμι του/ απ’ το παράθυρο/ κι έπιασε ένα ψαράκι/ και τάισε τη/ γάτα του./ Σχεδόν όλοι είπαν/ ένα ψέμα./ Η αλήθεια ήταν απλώς/ υπερβολικά άσχημη και/ ενοχλητική/ για να την πούμε./ Τότε χτύπησε το κουδούνι/ και το διάλλειμα/ τελείωσε./ «Ευχαριστώ» είπε η κυρία/ Σόρενσον, «ήταν πολύ/ ωραία. Και αύριο η αυλή/ θα έχει στεγνώσει/ και θα τη χρησιμοποιήσετε/ ξανά»./ Τα περισσότερα αγόρια/ ζητωκραύγασαν/ και τα κοριτσάκια/ κάθονταν όλα τους ακίνητα και/ ίσια/ κι έδειχναν τόσο όμορφα και καθαρά και/ σε εγρήγορση/ και τα μαλλιά τους ήταν/ πανέμορφα/ κάτω από μια λιακάδα/ που ο κόσμος ίσως να μην ξανάβλεπε/ ποτέ.

***
Μπουκόφσκι. Εδώ.

4 σχόλια:

Lucky Archer - Lakis Velotris είπε...

Πως θες να βρουν δουλειά τα ελληνακια; Ποιος θα τους προσλάβει; Δεν αλλάζουν ρούχα, βρωμάν σκόρδο, μεθύσι, φασολοκλαναδα και απλυσιά. Τόσο βρωμάνε που κινδυνεύουν να πάρουν φωτιά. Γελούν βρόντα Γυαλίζουν μίσος τα μάτια τους σαν μουσουλμάνοι. Μαθαίνουν τυπικά χωρείς να καταλαβαίνουν. Απατούν oλλα τα διαγωνίσματα. Δεν πιστεύουν αυτά που μαθαίνουν γιατί τους μπερδεύουν τα μάγια της γιαγιάς. Κλέβουν μολυβί μέχρι πληκτρολόγιο από τον αφεντικό. Κοιμούνται στη δουλια αφού γλεντουσαν όλο βραδύ. Νομίζουν ότι ξεγελάν τύπους και κομπλεκτικους. Συμμορφώθηκαν μαυρακια και έγιναν πρόεδροι, μα Έλληνες αγενής, ανεύθυνοι, στενοκέφαλοι παν πίσω. Αθηνοτυποσπιουνιές έναντι Ιάκοβο εις Λιγονέρι τιμωρούντε με ανατούρκευση Θράκης.

Μας λες ψέμα για ηλικία πάππου, αρρώστια γιαγιάς, αντάρτες συμπεθέρους που σκότωσαν πάππου. Μας έδιωξες Ιάκωβο και επίβαλλες Ομπαμα. Μας λες ψεμα για την αίτια του κρυολόγημα. Μας λες ψεμα για τα λογια του Χριστού και του Περικλή. Έπρεπε να σε σφαλιαρωνα οταν θρηνουσες κόκκινο τράγο που μας αραπωσες. Εμπλεκες με την ανατροφή αδελφού παιδι μα δεν εισουν ικανή να σώσης συζύγου σου αποποδοτομή. Μας λες ψεμα για τη ενοχεια Βενιζέλου στη Σμύρνη. Μας λεσ ψεμα για χαρεμι δασκαλιτσες του επιθεωρητή. Μας λες ψεμα για τη χορωδία και στασίδι. Θα φας τώρα στάχτη απο ρουθούνι τη ψευτιά Ιππως Τρωης που μας λες τύπους και κομπλεκτικους που δεν ανεχόμαστε τη κατεργαριά σου. Πως τολμάς και τιμας αντι να τιμωρας τους ανταρτες του πολυτεχνίου; εμεις οι ανταρτοπληγτοι του εξωτερικού θα δυσφημίζουμε την πουτάνα του Αρμαγεδδώνα ψευδελλαδα σας να ξερη δυσης. οποίος έβαλε Φλωράκη στη Βουλή την Ελλάδα θα θρηνη. οποίος ακούη Φαραντούρη, θα φάη τσεκούρι. διαλοτσυπριοτες έκρυψαν ανταρτες και για αυτο αξίζαν μάτωμα. Θρομβοβράκι: Θα τους γκρεμίσουμε τους έλληνες, σίγουρα ναί, με το τσεκουρί και με τον κασμά, θα τους φάμε, θα τους φάμε! ήμαστε ανταρτοπληγτοι πρόσφυγες όχι απόδημοι! όπως φύγαμε, μεχμεκωμουνες, να φυγουν.

Banshee είπε...

Ευχαριστούμε για την προπαγάνδα, αδερφέ. Για μία φορά θα παραμείνει. Στο καλό.

xamogelo είπε...

το rss μου (σε έχω φακελώσει :-p) μου το έβγαλε τώρα! anyway σορρυ αλλά προσπάθησε να κρατάς τις αλλαγές γραμμές! Αν και ο μπουκόφσκυ είναι από τους αγαπημένους μου δεν μπορώ να το διαβάσω :-p

Banshee είπε...

Ναι Χαμόγελο, μπορεί να έχεις δίκιο. Το έκανα για λόγους οικονομίας, αν το έφτιαχνα κανονικά θα εμφανιζότανε ένα τ-ε-ρ-ά-σ-τ-ι-ο σεντόνι, όλο scroll και scroll... Τεσπα, φαντάσου να πλήρωνα και στον Blogger πώς θα κανα, χιχι!!

Δημοσίευση σχολίου