Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Tim Minchin - Storm

O Tim Minchin, αυστραλός κωμικός και μουσικός, δίνει αυτή τη φοβερή παράσταση στο Λονδίνο. Φο-βε-ρό το Storm, ακούστε το όλο, ΕΔΩ.

Ο βασιλικός εφιάλτης

Δείτε το καταπληκτικό βιντεάκι εδώ.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Απόβαση στη Ραφήνα

Τι διαβάζω πάλι Θεέ μου; Τι;

Ιδού η είδηση ολόκληρη από το troktiko :

Παραλίγο να πνιγεί ο Γ. Παπανδρέου με κανό
Tο περιστατικό είναι αληθινό. Ο Γιώργος Παπανδρέου πήγε στον Μαραθώνα με έναν φρουρό του για να κάνει κωπηλασία-κανό. Είναι από τα αγαπημένα του. Μπήκε μέσα και έφυγε αλλά δεν γύρισε ποτέ! Χάθηκε και παραλίγο να πνιγεί. Ο φρουρός του ανησύχησε και κάλεσε το λιμενικό ενώ κάποιες πληροφορίες λένε ότι ενημερώθηκε ο πρωθυπουργός αφού ο Παπανδρέου είχε φθάσει με το κανό μεταξύ Ραφήνας-Ευβοιας. Σύμφωνα με την εφημερίδα "Παρόν", ένας ψαράς τον βρήκε και όταν ο Παπανδρέου του είπε:

- Βοήθεια είμαι ο Γ.Παπανδρέου

ο ψαράς του απάντησε:

- Ναι καλά σιγά μην είσαι ο Παπανδρέου!

Ο Ψαράς τον βοήθησε και τον περιέθαλψε μέχρι την ακτή ενώ υπάρχει και άλλη εκδοχή που λέει ότι τον περισυνέλεξε τον λιμενικό σώμα. Το θέμα σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα κρατήστηκε πετασφράγιστο μυστικό για ευνόητους λόγους!


Τι τα θες καλό μου, τα σπορ? Τι τα θες? Μήπως πήγαινες για απόβαση στη Ραφήνα;

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Πόσες νύχτες θα κοιμηθείς πριν ξανάρθεις;

Ένα από τα πράγματα που απόλαυσα τις τελευταίες μέρες ήταν οι "Ξένες λέξεις" του Βασίλη Αλεξάκη. Το αγόρασα πριν χρόνια και το άφησα να σκονίζεται σ' ένα ράφι μέχρι που το ξανάπιασα στα χέρια μου σ' ένα πρόσφατο ταξίδι μου στην Κεφαλονιά. Το βιβλίο που κέρδισε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος πριν μια πενταετία, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα μυθιστόρημα. Είναι μια Οδύσσεια ανάμεσα σε λέξεις γαλλικές, ελληνικές, αφρικάνικες, ένα ταξίδι ανακάλυψης, εξερεύνησης και επιστροφής.

Ο βασικός ήρωας έχει ακρετά κοινά με τον ίδιο τον Αλεξάκη (είναι συγγραφέας ελληνικής καταγωγής που ζει στο Παρίσι). Μια μέρα, κουρασμένος από τη ζωή του και την πνευματική του δραστηριότητα, αποφασίζει να μάθει μία γλώσσα αφρικάνικη, σαν αυτή που πίστευε ότι θα μιλούσε ο Ταρζάν, ήρωας των παιδικών του χρόνων, ή σαν αυτή που ήξερε ότι μιλούσαν κάποιοι μακρινοί, πεθαμένοι συγγενείς του, μετανάστες στο Μπανγκί της Αφρικής.

Η ιστορία της Κεντρικής Αφρικανικής Δημοκρατίας, που υπήρξε γαλλική αποικία για πάρα πολλά χρόνια, παρουσιάζεται χωρίς εξάρσεις και αφορισμούς, ως βασικός καμβάς του βιβλίου, πάνω στον οποίο χτυπά η καρδιά της Μπεάφρικα, τα σάνγκο. Μια γλώσσα ελλειπής, καθώς δεν διαθέτει ούτε γραπτά μνημεία, ούτε επαρκές λεξιλόγιο και η διδασκαλία της είναι απαγορευμένη στα σχολεία, με απόφαση της άλλοτε γαλλικής και άλλοτε κεντροαφρικανικής κυβέρνησης. Τα σάνγκο θεωρούνται "χυδαία", όπως κάποτε η δική μας "δημοτική" και η χρήση τους περιορίζεται στην προφορική επικοινωνία μεταξύ των Κεντροαφρικανών.

Αυτή τη γλώσσα αποφασίζει να μάθει ο ελληνογάλλος συγγραφέας. Γοητεύεται από τον εξωτισμό της, τη δομή της, τον ήχο της. Σε όλο το βιβλίο, τα σάνγκο πρωταγωνιστούν. Τα παραδείγματα είναι άπειρα και οι κανόνες γραμματικής που αναλύονται καθώς παρακολουθούμε την πρόοδο του βασικού ήρωα, μας φέρνουν σε επαφή με μία άλλη αντίληψη για τη ζωή: στα σάνγκο δεν υπάρχει το ρήμα "έχω". Αντί αυτού χρησιμοποιούν το "είμαι". Δεν λένε "έχω ένα αυτοκίνητο", λένε "είμαι με ένα αυτοκίνητο". Πρώτο πολιτισμικό μικροσόκ. Άλλο παράδειγμα: όσες εκφράσεις συνδέονται με τις αισθήσεις και τις προτιμήσεις, αναφέρονται στο ανθρώπινο σώμα. Στα σάνγκο δεν λένε "μου αρέσεις". Λένε "αρέσεις στα μάτια μου". Μια φράση ακόμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τρόπος που λένε το δικό μας "Πότε θα σε ξαναδώ;". Η αντίστοιχη φράση στα σάνγκο είναι "Πόσες νύχτες θα κοιμηθείς πριν ξανάρθεις;".

Στην εξέλιξη του μυθιστορήματος ο ήρωας ταξιδεύει τελικά στο μυθικό του Μπανγκί κι έρχεται σε επαφή όχι μόνο με τα σάνγκο, αλλά και με ολόκληρο το σύστημα καταστολής της γλώσσας των Αφρικανών. Ο Αλεξάκης κρατά καλές ισορροπίες και δεν αποφεύγει να απομυθοποιήσει την Αφρική όπου χρειάζεται: εκτός από τη γλώσσα και τις πληγές που άφησε η γαλλική κυριαρχία στη χώρα, ο συγγραφέας αναφέρεται στις βιαιότητες των ίδιων των Αφρικανών σήμερα, αλλά και στις λαϊκές δοξασίες για τα λικούντου, τα κακά πνεύματα, τη μαγεία, τις μαγγανίες και όλα αυτά που κατασπαράζουν την καρδιά της Αφρικής.

Έχοντας διαβάσει αρκετά, κουραστικά μυθιστορήματα με ήρωες συγγραφείς και βασικό θέμα το περίφημο "ταξίδι μέσα από τις λέξεις", το μυθιστόρημα του Αλεξάκη ήταν μαγικό: οι τόσο ανοίκειες αφρικάνικες λέξεις του κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον, αλλά και τη φαντασία μου, μέχρι την τελευταία σελίδα.

***

Πληροφορίες για τα σάνγκο εδώ.
Το βιβλίο του Αλεξάκη εδώ.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Γκάγκα, γκέγκε;

Έτσι όπως φέρονται να έχουν γινεί οι συνθηματικές συνομιλίες μεταξύ των μελών του Συνδικάτου του Εγκλήματος, οι συνομιλούντες εμφανίζονται εντελώς γκάγκα.

Ιδού από το zougla.gr.

Χο χο.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Δρομολόγιο

Τις βλέπω συνεχώς. Το μεσημέρι πιο πολύ στα λεωφορεία, να σφίγγουν τις λαβές με τα χοντρόχερά τους, όρθιες, κοντά στην πόρτα, να κατέβουν. Φορούν κάτι λεπτά, χρυσά δαχτυλιδάκια, ένα σε κάθε δάχτυλο ή δύο-δύο μαζί. Φαίνεται να τις σφίγγουνε αυτά τα δαχτυλίδια, τους είναι πια μικρά κι αυτές το βλέπουν. Όμως, αν έκαναν πως αφαιρούσαν έστω κι ένα, θα 'σταζε ως κι απ' τα νύχια τους απορρυπαντικό. Κοιτούν χωρίς να βλέπουν, κρεβάτι ύπνου νοσταλγούν ή στρώμα νιότης; Γυρίζουν στα παιδιά τους, λέω, στον άντρα που έφεραν μαζί, στη λύπησή τους.

Είναι και οι άλλες, οι πιο έξυπνες, που λέει ο λαός. Μαλλιά κιτρινισμένα επίτηδες, στόμα πολύ βαμμένο, η πείνα τους κοιτά ψηλά, το 'χουν αποφασίσει: βρίσκονται εδώ να ταϊστούν για όσο δέρμα τρυφερό τούς έχει απομείνει. Έτσι στριμώχνουν τα πεσμένα τους βυζιά σε ντεκολτέ, βγάζουν τα μπούτια και τα μπράτσα τους στο κρύο, έτσι μου μοιάζουν όλες τους με μάγουλα γριάς ρυτιδιασμένα. Ποτέ τους δε χαμογελούν, γυναίκες ορθογώνιες, χρήσιμες θα 'ναι πάντα.

Είναι κι αυτές ωστόσο, αυτές που δεν ανέχομαι στο βλέμμα μου καθόλου. Κάθονται με την τσάντα τους προσεκτικά βαλμένη, στα γόνατά τους ακουμπούν τα όνειρά τους χρόνια, λέω γι αυτές τις στοργικές και τις σεμνά ντυμένες, τις ευσυγκίνητες γυναίκες στα πενήντα, όσες καβάτζωσαν παράνυφες τη λύπη, αυτές που δεν τολμώ ποτέ να πω πως αγαπώ γιατί δακρύζουν.

Δεν τους προσφέρω κάθισμα, καμιά τους δεν κοιτώ στα μάτια. Δεν έχουν μάτια πια αυτές, ολόκληρο το βλέμμα τους ολόγραμμα ενός άντρα, τολύπη, σύννεφο, τετράπαχη ευκαιρία, χαμένα χάδια, βάσανο, παρηγοριά και τύψεις. Η σωτηρία τους κι ο αφανισμός, μαζί, στο ίδιο βλέμμα.

Αν ξέρανε ποιες είναι, θα τις κοίταζα, λέω, και κατεβαίνω.