Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Δρομολόγιο

Τις βλέπω συνεχώς. Το μεσημέρι πιο πολύ στα λεωφορεία, να σφίγγουν τις λαβές με τα χοντρόχερά τους, όρθιες, κοντά στην πόρτα, να κατέβουν. Φορούν κάτι λεπτά, χρυσά δαχτυλιδάκια, ένα σε κάθε δάχτυλο ή δύο-δύο μαζί. Φαίνεται να τις σφίγγουνε αυτά τα δαχτυλίδια, τους είναι πια μικρά κι αυτές το βλέπουν. Όμως, αν έκαναν πως αφαιρούσαν έστω κι ένα, θα 'σταζε ως κι απ' τα νύχια τους απορρυπαντικό. Κοιτούν χωρίς να βλέπουν, κρεβάτι ύπνου νοσταλγούν ή στρώμα νιότης; Γυρίζουν στα παιδιά τους, λέω, στον άντρα που έφεραν μαζί, στη λύπησή τους.

Είναι και οι άλλες, οι πιο έξυπνες, που λέει ο λαός. Μαλλιά κιτρινισμένα επίτηδες, στόμα πολύ βαμμένο, η πείνα τους κοιτά ψηλά, το 'χουν αποφασίσει: βρίσκονται εδώ να ταϊστούν για όσο δέρμα τρυφερό τούς έχει απομείνει. Έτσι στριμώχνουν τα πεσμένα τους βυζιά σε ντεκολτέ, βγάζουν τα μπούτια και τα μπράτσα τους στο κρύο, έτσι μου μοιάζουν όλες τους με μάγουλα γριάς ρυτιδιασμένα. Ποτέ τους δε χαμογελούν, γυναίκες ορθογώνιες, χρήσιμες θα 'ναι πάντα.

Είναι κι αυτές ωστόσο, αυτές που δεν ανέχομαι στο βλέμμα μου καθόλου. Κάθονται με την τσάντα τους προσεκτικά βαλμένη, στα γόνατά τους ακουμπούν τα όνειρά τους χρόνια, λέω γι αυτές τις στοργικές και τις σεμνά ντυμένες, τις ευσυγκίνητες γυναίκες στα πενήντα, όσες καβάτζωσαν παράνυφες τη λύπη, αυτές που δεν τολμώ ποτέ να πω πως αγαπώ γιατί δακρύζουν.

Δεν τους προσφέρω κάθισμα, καμιά τους δεν κοιτώ στα μάτια. Δεν έχουν μάτια πια αυτές, ολόκληρο το βλέμμα τους ολόγραμμα ενός άντρα, τολύπη, σύννεφο, τετράπαχη ευκαιρία, χαμένα χάδια, βάσανο, παρηγοριά και τύψεις. Η σωτηρία τους κι ο αφανισμός, μαζί, στο ίδιο βλέμμα.

Αν ξέρανε ποιες είναι, θα τις κοίταζα, λέω, και κατεβαίνω.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου