Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

"Στη γαλαρία"

Αν μία οποιαδήποτε καχεκτική, φυματική αμαζόνα, καθισμένη πάνω σε ένα ταλαντευόμενο άλογο, μπροστά σε ένα άπληστο κοινό και σ' ένα σκληρό αφεντικό που κουνά χωρίς διακοπή το μαστίγιό του, έκανε γύρους χωρίς σταματημό μήνες ολόκληρους πάνω στην πλατεία του τσίρκου... Αν τρανταζόταν πάνω στο άλογο, σκόρπιζε φιλιά, έσπαζε τη μέση της κι αν το θέαμα αυτό συνεχιζόταν μέσα στα ασταμάτητα βουητά της ορχήστρας και των ανεμιστήρων κι ολοένα προχωρούσε στο ανοιχτό και σκοτεινό μέλλον με χειροκροτήματα που σβήνουν και πάλι ζωντανεύουν ζωηρά - ίσως τότε να ορμούσε κάποιος νεαρός από τη γαλαρία, να δρασκελούσε τη μακριά σκάλα και φτάνοντας στην πλατεία να κραύγαζε "Σταματήστε!". Κι όλα αυτά ανάμεσα σε σαλπίσματα ταιριασμένα με την ορχήστρα.

Αλλά αυτά τα πράγματα δεν γίνονται έτσι. Μια ωραία κυρία, λευκή και ρόδινη, ξεπετιέται από τα παραπετάσματα που ανοίγουν μπροστά της περήφανοι υπηρέτες. Ο διευθυντής, ζητώντας τη ματιά της γεμάτος τρυφερή αφοσίωση, την πλησιάζει με μία ζωώδη κίνηση, την βάζει να καθίσει στο ψαρί άλογο, σα να 'ταν η πιο αγαπημένη του εγγονή που πάει σε επικίνδυνο ταξίδι. Διστάζει να δώσει το χτύπημα για την εκκίνηση, μα τελικά, κυριαρχώντας στον εαυτό του, δίνει το χτύπημα. Τρέχει κοντά στο άλογο με το στόμα ανοιχτό. Με βλέμμα που πετάει σπίθες παρακολουθεί τα πηδήματα της αμαζόνας. Δεν μπορεί να συλλάβει την άπιαστη τέχνη της. Με εγγλέζικα παραγγέλματα προσπαθεί να την προειδοποιεί. Τους βοηθούς που κρατούν τους κρίκους, τους φωνάζει άγρια να 'ναι προσεκτικοί. Λίγο πριν απ' το salto mortale εξορκίζει με υψωμένα χέρια την ορχήστρα να σταματήσει το παίξιμο. Τελικά σηκώνει τη μικρή από το άλογο που τρέμει, της δίνει φιλήματα στα δύο μάγουλα και βρίσκει κάθε επιδοκιμασία του κοινού όχι ικανοποιητική, ενώ αυτή στηριγμένη πάνω του, στα άκρα των ποδιών, κυκλωμένη από σκόνη, με ανοιχτά τα μπράτσα και με το κεφάλι προς τα πίσω θέλει να μοιραστεί την ευτυχία της με όλο το τσίρκο - μια λοιπόν που τα πράγματα είναι έτσι, ο νεαρός της γαλαρίας γέρνει κι ακουμπά το πρόσωπό του πάνω στα κάγκελα και στο τέλος της παράστασης, βυθισμένος σ' ένα φοβερό όνειρο, κλαίει χωρίς να ξέρει το λόγο.


Το κείμενο αυτό το αγαπώ πολύ. Το έχω τυπωμένο στο πορτοφόλι μου και του ρίχνω συχνά κλεφτές ματιές, στο λεωφορείο ή και στο γραφείο καμιά φορά. Το έγραψε ο Κάφκα. Το μετάφρασε ο Κώστα Προκοπίου - εκδόσεις Γράμματα.

2 σχόλια:

gatouleas είπε...

Λατρεύω αυτές τις δραπετεύσεις... Ξαφνικά με μια φράση, έναν ήχο, μια εικόνα σα να χάνεσαι στο χωροχρόνο...
Τι άραγε προκαλεί ένα τέτοιο πλούτο συναισθημάτων;

Banshee είπε...

Χμ... Μάλλον το ανέκφραστο. Θέλω να πω ότι τα συναισθήματα που δεν εκφράζονται επαρκώς και κάθε φορά, μάλλον συσσωρεύονται, ε; Ή όχι; Χμμ...

Βρήκα σήμερα ένα ποίημα της Δημουλά. Δεν "πατάει" κάπου μέσα μου, τουλάχιστον όχι συνειδητά, αλλά με συγκίνησε μ' έναν τρόπο περίεργο. Το ανεβάζω σε ξεχωριστό ποστ γιατί αν το έγραφα σε σχόλιο θα του έπεφτε λίγο. Δεν ξέρω τι ακριβώς με αγγίζει στις λέξεις των άλλων κάποιες φορές, αλλά αυτό συμβαίνει )).

Δημοσίευση σχολίου